Η είσοδος ενός παιδιού στον παιδικό σταθμό είναι ορόσημο στη ζωή του ίδιου αλλά και όλης της οικογένειας. Αποτελεί την πρώτη του εμπειρία παρατεταμένης απομάκρυνσης από το σπίτι, από τις γνώριμες και βολικές του συνήθειες, από έναν τρόπο ζωής όλο παιχνίδι με μια στοργική μητέρα και έναν στοργικό πατέρα πάντα διαθέσιμους γι’ αυτό. Μεταφέρεται, έτσι, από ένα «κλειστό» σύστημα όπου οι κανόνες και οι απαιτήσεις του είναι γνωστές και προβλέψιμες, σε ένα σύστημα «ανοιχτό», γεμάτο τουλάχιστον στην αρχή, από απροσδόκητα, απρόβλεπτα και κάποιες φορές ακόμη και δυσάρεστα γεγονότα. Για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις νέες απαιτήσεις, πραγματικές και φανταστικές, το παιδί χρειάζεται να διαθέτει αρκετή ευελιξία και αυτοέλεγχο. Για πρώτη φορά του ζητείται να συγκεντρωθεί, να κρατήσει την προσοχή του, να καθήσει ακίνητο για να εργαστεί να ολοκληρώσει ένα έργο.
Σκεφτείτε τον εαυτό σας την πρώτη μέρα στη δουλειά. Τον πρώτο καιρό έχετε περισσότερο άγχος και κούραση, ενώ προσπαθείτε να μάθετε τη δουλειά, να κάνετε καλή εντύπωση στους συναδέλφους και να αντεπεξέλθετε στις απαιτήσεις του διευθυντή. Τι αντίκτυπο έχει αυτό στην καθημερινότητά σας, στις παλιές σας συνήθειες, στις οικογενειακές σας σχέσεις; Πώς αντιδρούν ο σύζυγος ή η σύζυγος και τα παιδιά στη νέα κατάσταση και στο νέο πρόγραμμα; Τι κάνουν αυτοί όταν σας βλέπουν να αγχώνεστε; Και ακόμη, με ποιο τρόπο θα μπορούσαν ενδεχομένως να σας βοηθήσουν ή πώς θα θέλατε να σας φέρονται;
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο παιδί όταν φεύγει από τη σπιτική αγκαλιά και καλείται να ενταχτεί σε μια μεγαλύτερη αγκαλιά, αυτή του σχολείου. Το κάθε παιδί, ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητάς του είναι περισσότερο ή λιγότερο έτοιμο να αλλάξει περιβάλλον ή περισσότερο ή λιγότερο δεκτικό και εξοικειωμένο με τις αλλαγές γενικότερα. Επίσης, κάποια παιδιά εκδηλώνουν από την αρχή δυσφορία και βιώνουν άγχος αποχωρισμού κατά τις πρώτες σχολικές μέρες, ενώ άλλα στην αρχή τους φαίνονται όλα εύκολα και ευχάριστα, αλλά στην πορεία κουράζονται αρχίζοντας να συνειδητοποιούν τη μονιμότητα της κατάστασης με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εντάσεις. Δε θα ήταν λοιπόν υπερβολή να λέγαμε ότι για ένα παιδί η περίοδος προσαρμογής στον παιδικό σταθμό διαρκεί όχι μόνο τον πρώτο καιρό, αλλά τον πρώτο χρόνο του σχολείου!
Επίσης, είναι πολύ σημαντικό να έχουμε στο μυαλό μας ότι το κάθε παιδί είναι διαφορετικό, ότι δεν υπάρχουν κανόνες που να ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις. Ο τρόπος με τον οποίο κάθε παιδί αντιλαμβάνεται και βιώνει την κατάσταση είναι καθαρά προσωπικός – υποκειμενικός. Μερικά παιδιά ξεκινούν το σχολείο με ευχαρίστηση και χωρίς δισταγμούς. Όμως, αν αναλογιστούμε όλα τα νέα δεδομένα που έχει το παιδί να επεξεργαστεί κατά την είσοδό του στον παιδικό σταθμό στην ηλικία που βρίσκεται, τότε δε θα πρέπει να μας φαίνεται καθόλου περίεργο που τόσα πολλά παιδιά συναντούν δυσκολίες και παρουσιάζουν προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά ποικίλουν από την απλή απέχθεια και την περιστασιακή απροθυμία μέχρι την ανυποχώρητη και γεμάτη πανικό άρνησή του να πάει στο σχολείο.
Η πρώτη μέρα του παιδιού στον παιδικό σταθμό συνεπάγεται συνήθως τον πρώτο αποχωρισμό του από τα πρόσωπα φροντίδας και κυρίως τη μητέρα του και τον πατέρα του που συχνά σημαδεύεται από κλάματα και εκρήξεις. Το άγχος του αποχωρισμού αποτελεί μια φυσιολογική αναπτυξιακή διαδικασία. Θεωρείται η συχνότερη μορφή άγχους στη βρεφική και παιδική ηλικία μέχρι την ηλικία των 6 χρονών περίπου. Το παιδί συνήθως είναι υπερεξαρτημένο από τους γονείς του, βασίζεται σε εκείνους για την εκπλήρωση των αναγκών του, ακόμη και αναγκών που θα μπορούσε να εκπληρώσει και μόνο του, ανησυχεί υπερβολικά ότι θα συμβεί κάτι κακό στα πρόσωπα που το φροντίζουν και αποφεύγει καταστάσεις κατά τις οποίες πρέπει να απομακρυνθεί απ’ αυτά. Όταν ξεκινά το σχολείο, λοιπόν, διακρίνεται από έντονη ανησυχία, βρίσκει συχνά δικαιολογίες για να μείνει σπίτι ή προσπαθεί με διάφορους τρόπους να καθυστερήσει να πάει και πολλές φορές παρουσιάζει ψυχοσωματικά συμπτώματα, όπως τάση για εμετό, κοιλόπονο, πονοκεφάλους, αυπνία κ.α. Επίσης, οι γονείς συχνά παραπονιούνται ότι από τότε που ξεκίνησε τον παιδικό σταθμό, το παιδί δεν τρώει στο σχολείο, δεν καταφέρνει να χρησιμοποιήσει μόνο του την τουαλέτα, παρόλο που έχει μάθει να το κάνει, το βράδυ δεν κοιμάται στο σπίτι, γιατί το μεσημέρι κοιμάται στο σχολείο, είναι συνέχεια άρρωστο, δεν έχει φίλους κ.α.
Η αντίδραση αυτή του παιδιού κατά την προσαρμογή του στο σχολικό περιβάλλον , η οποία εξάρτηση αυτή του παιδιού από τα σημαντικά γι’ αυτό πρόσωπα είναι φυσιολογική και στηρίζεται στο ένστικτο της επιβίωσης. Σταδιακά, καθώς μεγαλώνει και ωριμάζει, αρχίζει να αυτονομείται με αποτέλεσμα να μπορεί να βρεθεί μόνο του σε νέα περιβάλλοντα όπως το σχολικό με άγνωστα πρόσωπα. Ένας παράγοντας που παίζει σημαντικό ρόλο στην επιτυχή προσαρμογή του παιδιού θεωρείται η στάση των γονέων. Το άγχος του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς του συχνά συνδέεται με το γονεικό άγχος. Το άγχος και η αγωνία των γονιών, απόλυτα δικαιολογημένο, για τις εμπειρίες του παιδιού στον παιδικό σταθμό, για την προσοχή και τη φροντίδα που θα λάβει από τους παιδαγωγούς του και για τη σχέση του με τους συνομηλίκους του, μεταδίδεται στο παιδί άμεσα ή έμμεσα. Οι τύψεις, η θλίψη, το άγχος, η αγωνία διαγράφονται στη στάση του σώματος, στις εκφράσεις του προσώπου, στον τόνο της φωνής, στις χειρονομίες. Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να «διαβάζουν» αυτές τις μη λεκτικές συμπεριφορές, ακόμα και την παραμικρή ένδειξη αμφιβολίας ή ανησυχίας, παρά την προσπάθειά πολλές φορές των γονέων να την αποκρύψουν. Μία τέτοια ένδειξη πιθανόν να κάνει ακόμα μεγαλύτερο το φόβο και την ανασφάλειά τους και να δυσχεράνει την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.
Έτσι, οι γονείς με έντονο το αίσθημα της ευθύνης συχνά νιώθουν ένοχοι, κουρασμένοι αβοήθητοι και αδύναμοι να αντιμετωπίσουν την αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού τους και τις εντάσεις που αυτή επιφέρει. Αναρωτιούνται αν τελικά έκαναν το σωστό, μήπως το παιδί τους δεν είναι έτοιμο και ώριμο αρκετά να πάει στο σχολείο και ίσως χρειάζεται να μείνει άλλον ένα χρόνο στο σπίτι. Η απάντηση είναι ότι δεν είναι τίποτα απόλυτο, δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Υπάρχει μόνο αυτό που είναι πιο κατάλληλο και ταιριάζει περισσότερο στη συγκεκριμένη οικογένεια και το παιδί της την παρούσα χρονική στιγμή, με βάση τις συνθήκες της, τα οικονομικά της, τις απόψεις της, τις εμπειρίες της, τις αντοχές της, την υγεία της κ.α. Έτσι μόνο η κάθε οικογένεια και κυρίως οι γονείς (ως υπεύθυνοι για το μεγάλωμα του παιδιού τους) θα διαλέξουν την καλύτερη λύση για τους ίδιους, την οποία όμως θα πρέπει να τη στηρίξουν με σταθερότητα και συνέπεια χωρίς δεύτερες σκέψεις, ώστε να αποβεί η καλύτερη για το παιδί τους.
Σύμφωνα με έρευνες, σε γενικές γραμμές, τα παιδιά που φοιτούν σε παιδικό σταθμό έχουν περισσότερες ευκαιρίες για μάθηση απ’ ότι τα παιδιά που μένουν στο σπίτι. Αναπτύσσουν καλύτερη σχέση με ενήλικες, μαθαίνουν να προσαρμόζονται σε ένα κοινό πρόγραμμα και να συναλλάσσονται με άλλα παιδιά ικανοποιώντας τις ανάγκες τους για γνώση μέσα από την παρατήρηση και μίμηση της συμπεριφοράς των άλλων, για συντροφιά, φροντίδα, διασκέδαση καθώς και την αίσθηση του «ανήκειν». Ακόμη, μέσα στην τάξη και με τις διάφορες δραστηριότητες που καλούνται να εκτελέσουν, αναπτύσσονται γνωστικά και δίνεται η δυνατότητα να αναγνωρίσουν οι άλλοι (παιδαγωγοί, σύμβουλοι και γονείς), αλλά και οι ίδιοι να γνωρίσουν τις αδυναμίες και τις δυνάμεις τους. Επίσης, οι φιλίες που αναπτύσσονται και οι συνεργασίες τους γύρω από ένα παιχνίδι ή μια κοινή δραστηριότητα βοηθούν στο να μάθουν να αντιμετωπίζουν την απόρριψη και να αποκτούν δεξιότητες επικοινωνίας.
Μερικές συμβουλές που μπορούν να βοηθήσουν και να προετοιμάσουν τους γονείς είναι:
- Σταθείτε δίπλα στο παιδί σας, ακούστε το και δείτε την αγωνία του σαν φυσιολογική απέναντι σε κάτι τόσο καινούριο και άγνωστο για το ίδιο, όχι σαν ένα «πρόβλημα» που εμφανίστηκε ξαφνικά.
- Εξηγείστε του πως τα συναισθήματά του δεν είναι παράλογα και δικαιολογείστε τη στάση του. Δεν είναι εύκολο αυτό που του συνέβη, άλλαξε όλη του η καθημερινότητα, μεγάλωσε. Τώρα πια μαθαίνει να είναι πιο ανεξάρτητο, κοινωνικό, να καταφέρνει πράγματα, να προσπαθεί.
- Ενθαρρύνετέ το να συνεχίσει να εκφράζεται και να εξωτερικεύει το πώς νιώθει. Αυτά που ζει είναι συναρπαστικά για το ίδιο, αλλά μπορεί κάποιες στιγμές να δυσκολεύεται να διαχειριστεί όλο αυτό το πανηγύρι νέων εμπειριών και συναισθημάτων.
- Να θυμάστε πάντα ότι έχετε απέναντί σας ένα παιδί που πολύ συχνά δεν μπορεί να εκφράσει με λόγια αυτά που αισθάνεται.
- Προσπαθείστε όσο μπορείτε να κρατήσετε ένα σταθερό πρόγραμμα. Αν η καθημερινότητά του αλλάζει συνεχώς, μπερδεύεται και αποδιοργανώνεται περισσότερο.
- Παραμείνετε συνεπείς στις απόψεις σας και υποστηρίξτε τες, μέχρις ότου το παιδί μπορέσει να καταλάβει γιατί χρειάζεται να πηγαίνουμε σχολείο και να δει τα οφέλη από αυτό.
- Συζητήστε με τους παιδαγωγούς και την Ψυχολόγο που παρακολουθούν τα παιδιά. Είναι πιο έμπειρες, έχουν αντιμετωπίσει πολλά παρόμοια ζητήματα και έχουν καθημερινή επαφή και βλέπουν πως αλληλεπιδρούν όλα τα παιδιά μαζί.
- Αποφύγετε να μαλώσετε το παιδί, δείξτε του ότι είστε περήφανοι για όλα αυτά που καταφέρνει, γίνετε το παράδειγμα του, μιλήστε του για τις δικές σας εμπειρίες και ενθαρρύνετε το να συνεχίσει.
- Αφιερώστε και λίγο παραπάνω χρόνο, ξεκλέψτε χρόνο από τα Σαββατοκύριακα και τα απογεύματα και να είστε σίγουροι ότι θα τα καταφέρει!
Το ερώτημα που προκύπτει: Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε ένα παιδί να προσαρμοστεί ομαλότερα στο σχολικό περιβάλλον;
Οι ειδικοί προτείνουν κάποιους τρόπους με τους οποίους η προσαρμογή του παιδιού στον παιδικό σταθμό μπορεί να γίνει μία ευκολότερη διαδικασία, ώστε το παιδί να προσαρμοστεί ομαλά και οι γονείς να νιώθουν ασφάλεια και σιγουριά ότι το παιδί τους είναι καλά στο νέο περιβάλλον.
- Είναι πολύ σημαντικό το παιδί να έχει συνηθίσει σε μικρούς αποχωρισμούς (π.χ. όταν οι γονείς του πηγαίνουν στη δουλειά). Κατά τους αποχωρισμούς αυτούς, οι γονείς καλό είναι να ενημερώνουν το παιδί για την απουσία τους και να το αποχαιρετούν στοργικά για να μη νιώσει εγκατάλειψη, η οποία εντείνει την ανασφάλεια του παιδιού αλλά και των γονιών του. Παράλληλα, και οι γονείς αρχίζουν να εμπιστεύονται τη φροντίδα του παιδιού τους και σε άλλα πρόσωπα και να αντιλαμβάνονται ότι μπορεί να είναι ασφαλή ακόμα και στην απουσία τους.
- Αν ένα παιδί έχει συνηθίσει να έρχεται σε επαφή με νέα πρόσωπα και μέρη, τότε η προσαρμογή του είναι πιο εύκολη, ενώ ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα «αποστειρωμένο» περιβάλλον είναι πιο πιθανό να εκδηλώνει φοβικές αντιδράσεις σε καθετί νέο και άγνωστο, όπως το σχολείο.
- Θεωρητικά, προτείνεται μέχρι την ηλικία των 2 χρόνων το παιδί να παραμένει στο σπίτι με τους γονείς του ή με κάποιο πρόσωπο με το οποίο είναι εξοικειωμένο. Στη συνέχεια, καταλληλότερη θεωρείται η σταδιακή ένταξη του παιδιού στον παιδικό. Ενδείκνυται τον πρώτο καιρό (γύρω στους τρεις μήνες) ένας από τους δύο γονείς, εφόσον μπορεί, να συνοδεύει το παιδί του στο σχολείο και να κάθεται μαζί του με στόχο την ομαλότερη προσαρμογή του. Σταδιακά, ο χρόνος παραμονής του παιδιού στο σχολείο αυξάνεται και ο γονέας αρχίζει να απομακρύνεται σιγά σιγά. Σε αυτήν τη φάση, ένα αγαπημένο αντικείμενο του παιδιού από το σπίτι (π.χ. κάποιο αρκουδάκι), το οποίο θα το συντροφεύει στον παιδικό σταθμό, θα μπορούσε να συμβάλλει στη μείωση του άγχους του, λειτουργώντας κατά κάποιον τρόπο σαν υποκατάστατο των γονιών και εμπνέοντας στο παιδί σιγουριά και ασφάλεια.
- Πολύ βοηθητικό θεωρείται και η γνωριμία του παιδιού με τη δασκάλα του και το χώρο του σχολείου πριν την είσοδό του εκεί, δίνοντας τη δυνατότητα στο παιδί να εξοικειωθεί με τη δασκάλα και το χώρο, να εγκαταλείψει τυχόν αρνητικά σενάρια που έχει φανταστεί (π.χ. ότι η δασκάλα είναι αυστηρή, ότι δε θα τον αγαπούν) και να σχηματίσει μία θετική εικόνα γι’ αυτό (π.χ. ότι το σχολείο είναι ένας χώρος διασκέδασης, όπου θα κάνει νέους φίλους, θα μάθει καινούρια παιχνίδια, θα ακούσει νέα παραμύθια, κ.α.). Όσο περισσότερες πληροφορίες έχει το παιδί για τον παιδικό σταθμό, τόσο μικρότερος είναι και ο φόβος του για το τι θα συναντήσει εκεί. Παράλληλα, θα μπορούσε να συμβάλει θετικά και μία συζήτηση των γονέων με το παιδί, η οποία θα το προετοιμάσει για την είσοδό του στη σχολική ζωή. Ένα παιδί που προετοιμάζεται από τους γονείς του για τις σχολικές δραστηριότητες και ενημερώνεται ότι το σχολείο είναι ένας χώρος μάθησης και ψυχαγωγίας, θα προσαρμοστεί πιο εύκολα. Αντίθετα, ένα παιδί που έχει μία ασαφή εικόνα για το σχολείο, που ακούει συνεχώς από τη μητέρα του «να προσέχεις αυτό…», «να μην κάνεις εκείνο…..» και βλέπει την αγωνία και το φόβο στα μάτια της αναπτύσσει για το σχολείο ένα αίσθημα φόβου, και καχυποψίας.
- Επίσης, η στάση του γονιού απέναντι στο σχολείο επηρεάζει και τη στάση του παιδιού απέναντι σ’ αυτό. Αν ο γονιός εκφράζεται αρνητικά για τον παιδικό σταθμό και εκδηλώνει τη δυσαρέσκειά του μπροστά στο παιδί, είναι πιθανό να αναπτύξει και αυτό έναν αρνητισμό για το σχολείο. Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, τυχόν προβλήματα που προκύπτουν στη συνεργασία με το σχολείο να συζητιούνται με τους παιδαγωγούς και τους ειδικούς συνεργάτες του σχολείου χωρίς την παρουσία του παιδιού. Ακόμη, είναι πιθανό να ενταθεί η αρνητικότητα και η απροθυμία του παιδιού, εάν η στάση των γονέων απέναντι στο σχολείο δεν είναι κοινή.
- Η αντίδραση των γονέων απέναντι στα καλέσματα με κλάματα και φωνές του παιδιού είναι πολύ σημαντικό να παραμείνει ψύχραιμη και σταθερή. Με τη βοήθεια και των παιδαγωγών, οι γονείς καλό είναι να αφήσουν το παιδί τους να εκδηλώσει τα συναισθήματά του και στη συνέχεια να το καθησυχάσουν και να το διαβεβαιώσουν για την επιστροφή τους. Αξίζει να θυμόμαστε ότι όσο περισσότερο παρατείνεται η διαδικασία του αποχωρισμού, τόσο πιο δύσκολη είναι και η ολοκλήρωσή του. Αν οι αντιδράσεις του παιδιού κρατήσουν τους γονείς κοντά του ή οδηγήσουν στην απομάκρυνσή του από τον παιδικό σταθμό και την επιστροφή στο σπίτι, θα λειτουργήσουν ενισχυτικά και θα οδηγήσουν στην επανεμφάνιση αντίστοιχων ή ίσως και πιο έντονων συμπεριφορών. Οι συχνές διακοπές κατά τις οποίες το παιδί μένει για λίγες μέρες σπίτι και μετά επιστρέφει στο σχολείο δυσχεραίνουν την ομαλή ένταξή του στο σχολικό περιβάλλον. Όσο και αν είναι δύσκολο, οι γονείς πολλές φορές είναι προτιμότερο να κλείνουν τα αυτιά τους, να μην επηρεάζονται από τα καλέσματα του παιδιού και να παραμένουν συνεπείς στις υποσχέσεις και συμφωνίες που έχουν κάνει με το παιδί, αποχωρώντας και δείχνοντάς του εμπιστοσύνη ότι μπορεί να αντιμετωπίσει με τη βοήθεια των δασκάλων και των συνομιλήκων του την κατάσταση.
- Τέλος, είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα κλίμα συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των παιδαγωγών, του βοηθητικού προσωπικού, των συμβούλων, των γονέων και του παιδιού. Οι παιδαγωγοί και το προσωπικό σε συνεργασία με τον Ψυχολόγο οφείλούν να παρακολουθούν καθημερινά όλα τα παιδιά και κατά τη διάρκεια των γνωστικών δραστηριοτήτων και κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού και να ενημερώνουν τους γονείς για οτιδήποτε κρίνουν ως ανησυχητικό. Κατά την ένταξη του παιδιού στο σχολείο και καθώς αρχίζει να έρχεται σε επαφή με τα άλλα παιδιά και με τις γνωστικές διαδικασίες αρχίζουν να εμφανίζονται πιο καθαρά ενδείξεις – σημάδια για τυχόν προβλήματα ψυχολογικού ή μαθησιακού τύπου (π.χ. προβλήματα συμπεριφοράς, υπερκινητικότα, έλλειψη προσοχής – αδυναμία συγκέντρωσης, μαθησιακά προβλήματα.). Έτσι, οι γονείς όντας ενήμεροι θα είναι περισσότερο προετοιμασμένοι για ενδεχόμενα ζητήματα που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον και οι εκπαιδευτικοί με τη βοήθεια των γονέων θα μπορέσουν να λειτουργήσουν προληπτικά σε κάποιες περιπτώσεις οδηγώντας στην εξαφάνιση των συμπτωμάτων.
Βιβλιογραφία
Ζαφειροπούλου, Μ., κ.α. (2004). Προσαρμογή στο σχολείο. Πρόληψη και αντιμετώπιση δυσκολιών. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Herbert, M. (1998). Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Comments are closed